Κυριακή, 18 Απριλίου 2010

Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ. ΓΙΟ


Καλοκαίρι. Ο Λουκάς περπατάει στο πάρκο της γειτονιάς του. Δεν είχε όρεξη για παιχνίδι με τους φίλους του παρά μία μοναχική βόλτα. Καθώς, λοιπόν, περπατούσε, στρέφοντας το βλέμμα του δεξιά, τι να δει; Ένα κορίτσι με πολλά μάτια! Δεν είχε ξαναδεί ποτέ τέτοιο πλάσμα στη ζωή του. Η πρώτη του σκέψη ήταν να φύγει τρέχοντας απ’ αυτό το παράξενο κορίτσι. Όμως κάτι μέσα του του έλεγε να την πλησιάσει. Φαινόταν τόσο άκακη παρά το αλλόκοτο παρουσιαστικό της και είχε μια στεναχώρια στο βλέμμα της που έκανε τον Λουκά να θέλει να την πλησιάσει και να την κάνει χαρούμενη.
Έτσι κι έκανε. Την πλησίασε και της συστήθηκε. Αυτή τον κοιτούσε με ένα παραξενεμένο βλέμμα ζωγραφισμένο στα μάτια της. Αντί να του πει το όνομά της, του απάντησε: «Συγχώρεσέ με που σε κοιτάω τόσο παραξενεμένη, αλλά δεν έχω συνηθίσει να μου μιλάνε φιλικά. Συνήθως με κοροϊδεύουν ή με δείχνουν με το δάχτυλο αηδιασμένοι. Τι να πω; Δεν θεωρώ ότι έχω κάτι τόσο παράξενο πάνω μου, θέλω να το βλέπω καλύτερα σαν ένα μέσο να βλέπω όσο το δυνατό περισσότερα πράγματα ταυτόχρονα. Δεν συμφωνείς; Θα μου πεις βέβαια ότι δε σ’ αφήνω να μιλήσεις… Το όνομά μου είναι Ραλλού.»
«Δεν πειράζει που μιλάς τόσο πολύ. Σε καταλαβαίνω. Μ’ αρέσει πολύ ο τρόπος που σκέφτεσαι για τα μάτια σου και να σου πω την αλήθεια θα ήθελα να είχα και ‘γω τόσα πολλά γιατί συμβαίνουν συνέχεια πράγματα γύρω μου και εγώ δεν προλαβαίνω να τα παρατηρήσω! Θέλεις να κάνουμε μια βόλτα στο πάρκο μαζί;»
Έτσι κι έγινε. Τα δύο παιδιά περπατούσαν όλο το απόγευμα στο πάρκο και μιλούσαν. Κυρίως βέβαια η Ραλλού κι έτσι ο Λουκάς έμαθε γι’ αυτήν τι της αρέσει να κάνει αλλά και τα προβλήματά της, όπως εάν θα αποκτούσε ποτέ μυωπία και αναγκαζόταν να φορέσει γυαλιά ή η μοναξιά που νιώθει επειδή κανένας δεν την πλησιάζει… Ο Λουκάς δεν ξαναείδε ποτέ τη Ραλλού. Εξαφανίστηκε αναπάντεχα όπως και εμφανίστηκε. Το ποίημα αυτό το έγραψε μετά από χρόνια, θέλοντας να φέρει στο μυαλό του την παράξενη φίλη του που είχε συμπαθήσει πάρα πολύ…